«Οι Χαρές ήτανε μεγάλες γιορτές για ολόκληρο το χωριό.»

 

 

Φωτογραφίες από το γάμο του Γιωργάκη Αντωνίου και της Μαγδαληνής Κατσάμπη το 1956 

Κατεβάζουν τα προικιά στην αυλή από το σπίτι της νύφης

Όλα τα προικιά στην αυλή της νύφης

Τα προικιά μεταφέρονται στο σπίτι του γαμπρού με τα ζα

.

Στην πόρτα της Ευαγγελίστριας

Κατεβαίνοντας τα σκαλιά

Στο αλώνι

 

 

 

 

 

 

 

Στην Καρίτσα του χτες όλοι σχεδόν παντρεύονταν με προξενιό εκτός αν «κλέβονταν». Όταν κάποιος ήθελε μια κοπέλα έλεγε σε ένα δικό του να πάει γυρεύοντας στους γονείς της. Έτσι αρχίναγε το κάθε συνοικέσιο με τον προξενητή. Στην δικιά μας τοπική λαλιά όμως το λέμε «συμπέθερο» που φκιάνει το «συμπεθεριό!» Αλλά ήτανε λίγοι αυτοί που ανακατεύονταν στα προξενιά. 

Λίγα λόγια για το συγγραφέα

Είμαι ο Αντώνης Κωσταντίνου Κατσάμπης και γεννήθηκα στις 12 του Νοέμβρη το 1931. Από τότε βρίσκομαι στο χωριό Καρίτσα που παίρνει την ομορφιά του από τα βουνά Ελατιά, Τσούκα και Ράχη Ασφάκα του Πάρνωνα. Έλειψα μονάχα 20 μήνες όταν ήμουνα στον στρατό. Έντεκα μήνες υπηρέτησα στην Ελλάδα κι εννιά στο εκστρατευτικό σώμα στην Κορέα τα χρόνια 1954 – 1955. Από τότε που ξαναγύρισα από τον στρατό είμαι στην Καρίτσα.

Το 1959 παντρεύτηκα, με απαγωγή όχι με προξενιό, την Καριτσιώτα Κατερίνα Λάμπρου. Κάναμε τρία αγόρια -τον Κώστα, τον Σπύρο και το Γιώργη- και μια κόρη, την Κωσταντίνα. Έχουμε δυο εγγονούς και μια εγγόνα. Άλλη άτυχη εγγόνα χάσαμε σε τροχαίο όταν ήτανε έξι χρονών.

Στις 18 του Οκτώβρη το 1961 διορίστηκα στο σώμα της αγροφυλακής κι απολύθηκα ακριβώς την ίδια ημερομηνία το 1996. Υπηρέτησα 35 ολόκληρα χρόνια, όλα δω στην Καρίτσα με έδρα το Αγρονομείο στο Γεράκι, το γειτονικό κεφαλοχώρι. Τώρα πια είμαι συνταξιούχος και καλά περνάω. Όταν υπηρετούσα εγώ ήμασταν σε όλη την Ελλάδα 8500 αγροφύλακες. Σήμερα ζήτημα να είναι 1500. Κακώς που καταργείται η αγροφυλακή. Όσα γνωρίζει ο αγροφύλακας που υπηρετεί στο κάθε χωριό δεν τα γνωρίζει καμιά μα καμιά υπηρεσία. Βλέπω καθημερινώς γίνονται πολλά αδικήματα σε κάθε χωριό. Μα που να βρει το δίκιο του ο καημένος ο ιδιοκτήτης; Όλες οι υπηρεσίες, όταν ήμουνα εγώ αγροφύλακας στο χωριό, έρχονταν για πληροφορίες. Αστυνομία, δασαρχεία, εφοριακή, γεωπόνοι, τράπεζες, ΔΕΗ, ΟΤΕ, όλοι βάζανε μπροστά τον αγροφύλακα. Γι αυτό πρέπει να επανέρθει η αγροφυλακή και να οργανωθεί με όλα τα μέσα.

Τώρα είμαι εβδομηντάρης, κοιτάω πίσω τα χρόνια που περάσανε και ξαναθυμάμαι με νοσταλγία την Καρίτσα του χτες. Μισό αιώνα προτού το χωριό ήτανε γιομάτο ζωντάνια. Όταν ήμουνα 20 χρονών, πριν πάω ακόμα στον στρατό, το χωριό είχε 510 κατοίκους, τους πιο πολλούς λένε σε όλη την ιστορία του. Σήμερα έχουμε μείνει 180. Ο κόσμος έφυγε, ο πολύς για την Αυστραλία, την Αμερική και στις πόλεις, την Αθήνα και την Σπάρτη. Ακόμα άλλοι πήγανε στα γύρω χωριά. Στη Λακωνία και την Αρκαδία όπου υπάρχουνε κάτοικοι με το επίθετο "Καρυτσιώτης" η καταγωγή τους είναι από το χωριό μας, γι αυτό σιγά-σιγά αποχτήσανε κι αυτό το επίθετο.

Σε βουνίσιο χωριό που βρίσκονταν οι πρόγονοι μας κατακουράζονταν στα χωράφια και στα γιδοπρόβατα για να μεγαλώσουνε τα παιδιά τους. Γι αυτό από τα παλιά χρόνια κοιτάγανε να μεταναστέψουνε. Η πρώτη μεγάλη μετανάστευση γίνηκε πριν 100 τόσα χρόνια (1900-1930). Πολλοί Καρυτσιώτες πήγανε στην Αμερική. Κει δουλέψανε βαριά για πολλά χρόνια και μετά άλλοι από αυτούς ξαναγυρίσανε στο χωριό κι άλλοι κάτσανε σε διάφορες πόλεις της Αμερικής. Οι σημερινοί Ελληνοαμερικανοί Καρυτσιώτες είναι παιδιά και εγγόνια αυτών. Μετά τον εμφύλιο, γύρω στο 1950-1960, γίνηκε νέα μετανάστευση, οι πιο πολλοί για την Αυστραλία και λίγοι ακόμα για την Αμερική. Οι γονείς των σημερινών Καρυτσιωτών στην Αυστραλία είναι μετανάστες αυτού του καιρού. Τα χρόνια του εμφύλιου και μετά πολλοί Καρυτσιώτες φύγανε και εγκατασταθήκανε στην Αθήνα, στη Σπάρτη και στα μεγαλύτερα γύρω χωριά.

Τα χρόνια κείνα είχαμε μεγάλες φαμελιές, πολλές φορές πάνω από δέκα νοματαίους η κάθε μια. Για παράδειγμα στην δικιά μας φαμελιά ήμασταν εφτά αδέρφια και οι γονείς μας που τώρα πια έχουνε φύγει από τούτον το κόσμο. Τα χρόνια τούτα οι νέοι δεν παντρεύονται εύκολα αλλά δεν κάνουνε και παιδιά. Κάνουνε ένα δυο, πολλές φορές και κανένα.

Σε τούτες δω τις σελίδες με συνεργάτες συγχωριανούς θέλουμε σιγά-σιγά να γράψουμε για τα χρόνια κείνα, για τις εκδηλώσεις και τις δουλειές στο χωριό, πώς περνάγαμε την ημέρα μας, πώς γλεντάγαμε και πώς βγάζαμε το ψωμί μας.

Αντώνης Κωσταντίνου Κατσάμπης

Καρίτσα

29 Γενάρη 2002

Ανακατευόμουνα κι εγώ, κι είχα κατορθώσει να φκιάσω οχτώ. Τελοσπάντων άμα γινότανε το προξενιό ο κάθε γονιός το κουβέντιαζε με τη φαμελιά του. Μετά απαντούσανε στον προξενητή αν είναι δεκτοί και κανονίζανε πλέον που να σμίξουνε για να κουβεντιάσουνε την προίκα. Τότε λοιπόν κανονίζανε τι προίκα θα έδινε η φαμελιά στην κόρη τους. Λέγανε, ας πούμε, «Δίνουμε το λαχίδι Στα Πατήματα που έχει τόσες ελιές μέσα, δίνουμε τρις αυλακιές από τον κήπο Στο Λιτριβειό, δίνουμε και 30 γίδια ή πρόβατα». Βλέπετε τον καιρό εκείνον όλοι ήτανε τσοπάνηδες. Γι αυτό οι γονείς του γαμπρού μπορεί να ζητάγανε και πέντε προβατίνες ακόμα. Όσο παράξενο κι αν φαίνεται θυμάμαι καλά που χάλασε ένα συνοικέσιο για μια προβατίνα που δε δίνανε παραπάνω. Όλα αυτά γίνονταν μυστικά, κρυφά και μονάχα τη νύχτα.

Έπειτα απ’ αυτό κι αφού μένανε σύμφωνοι, όλοι μαζί ξεκινάγανε και πηγαίνανε στο σπίτι της νύφης. Η νύφη περίμενε με αγωνία να δει τι έγινε; Μια φορά μας είχε τύχει ένα συνοικέσιο που αργήσαμε να τα κανονίσουμε κείνη τη βραδιά κι όταν φτάσαμε στο σπίτι η νύφη το είχε ρίξει στον ύπνο. Εκεί δίνανε τα χέρια και τους εύχονταν να ζήσουν και «η ώρα η καλή». Ο γαμπρός και η νύφη φιλιόνταν. Αυτό ήτανε το πρώτο από δυο μονάχα φιλήματα του νέου ζευγαριού προτού τα στέφανα. Το άλλο ήτανε όταν περνάγανε τα δαχτυλίδια. Απ’ την στιγμή που δίνανε λόγο μέχρι που να γίνει ο γάμος η μάνα της νύφης δεν το κούναγε ρούπι από το σπίτι μην πάει ο γαμπρός και κλέψει κανά φιλί. Άμα ο γαμπρός ήθελε να βγάλει την αρραβωνιαστικιά του έξω θα πήγαινε μαζί τους κι ένας δικός της: αδερφός, αδερφή, ή ακόμα θεία και γιαγιά. Μην κοιτάτε τώρα πού μόλις δώσουνε λόγο παίρνει ο αρραβωνιαστικός την αρραβωνιαστικιά του και όπου θέλουνε πάνε. Κάθονται ένα ή δυο χρόνια αρραβωνιασμένοι, παντρεύονται και μετά από λίγο καιρό χωρίζουνε.

Λοιπών αφού πηγαίνανε στης νύφης το σπίτι και δίνανε τα χέρια η πρώτη τους δουλειά σύμφωνα με πατροπαράδοτο έθιμο του χωριού ήτανε να ρίξουνε μερικές τουφεκιές στον αέρα για να μάθουνε οι χωριανοί ότι κάτι καλό συμβαίνει. Μετά όλη τη νύχτα γλεντάγανε με τραγούδια, χορό, μεζέδες και κρασιά, γνήσια κρασιά όχι σαν τα σημερινά που δεν ξέρουνε τι πίνουνε. Έπειτα κανονίζανε πότε θα γίνουνε τα στέφανα, σε ένα δυο μήνες το πολύ. Κάποια μέρα πριν τα στέφανα αλλάζανε τα δαχτυλίδια.

Η νύφη πλια με τη μάνα της κι άλλες δικές της από τη φαμελιά μαζεύανε τα προικιά - ρούχα, άλλα από αργαλειό κι άλλα κεντητά, μπατανίες, υφαντές βελέντζες, σαζίματα κι άλλα πολλά που χρειάζεται ένα καινούργιο σπιτικό.

Κείνα τα χρόνια ο γάμος ήτανε η πιο μεγάλη χαρά για τις δυο φαμελιές και μια ωραία γιορτή για ολόκληρο το χωριό. Γι αυτό τους γάμους τους λέγανε και «χαρές». Γίνονταν οπωσδήποτε Κυριακή, μέρα γιορτινή και του καθισιού, τις πιο πολλές φορές το καλοκαίρι αφού είχανε σχεδόν τελειώσει όλες οι δουλειές στα χωράφια. Προετοιμασίες για το γάμο αρχίζανε από την προηγούμενη Δευτέρα ή Τρίτη όταν καθαρίζανε και συγυρίζανε τα σπίτια. Την Πέμπτη την ημέρα μαζεύονταν όλες οι γυναίκες για να φκιάσουνε τα προικιά και το βράδυ για να αναπιάνουνε τα προζύμια. Ξεκίναγε από το σπίτι της νύφης αρκετή παρέα και πήγαινε, τραγουδώντας, στη βρύση για να πάρει νερό για να αναπιάσει το προζύμι. Την επόμενη μέρα, την Παρασκευή, ζυμώνανε τα ψωμιά που θέλανε για το γάμο. Ακουγότανε πολλές φορές το τραγούδι τούτο:

«Κοπιάστε να στολίσουμε της νύφης μας την πίτα,

της νύφης μας της ταπεινής και της καμαρωμένης,

που καμαρώνει τις αυγές κι ούλα τα μεσημέρια,

Ούλ’ η βδομάδα ειν’ του γαμπρού κι η Κυριακή της νύφης.»

Το Σάββατο σφάζανε τα σφαχτά, γίδες, κατσίκια και αρνιά. Ένα κατσίκι ή αρνί το ετοιμάζανε, το στολίζανε με λουλούδια και τρία-τέσσερα άτομα το πηγαίνανε στο σπίτι της νύφης. Αυτό το λέγαμε «Το Σεβαστιάτικο». Το Σαββατόβραδο, παραμονή του γάμου, γίνονταν χωριστά τραπέζια, ένα στου γαμπρού κι ένα στης νύφης. Μαζεύονταν οι καλεσμένοι, οι πιο κοντινοί της κάθε φαμελιάς, και γλεντάγανε: τρώγανε πατσές, πίνανε κόκκινα κρασιά και το ρίχνανε στα τραγούδια και τους χορούς.

Την Κυριακή, ημέρα του γάμου, πρωί-πρωί οι μελλόνυμφοι εκκλησιάζονταν στην Ευαγγελίστρια. Μετά την εκκλησιά, το αργότερο μέχρι 12 το μεσημέρι, κουβαλιόνταν τα προικιά, απάνου στα ζα, από το σπίτι της νύφης στο σπίτι του γαμπρού. Τα ζα, μουλάρια ή άλογα, ήτανε στολισμένα με άσπρα σεντόνια απλωμένα στα σαμάρια και άσπρα μαντίλια δεμένα στα καπίστρια. Στην αυλή της νύφης περιμένανε στοίβα τα προικιά και σύμφωνα με πατροπαράδοτο έθιμο κάποιος δικός της καθότανε πάνω σε ένα από τα μπαούλα κι αν συμπέθερος του γαμπρού δεν τον ασήμωνε δεν το κάνε ρούπι, δεν παίρνανε τα προικιά! Με τη σειρά τους αυτοί που παίρνανε τα προικιά κοιτάζανε να κλέψουνε κάτι, ό,τι και να ήτανε από το σπίτι της νύφης, έστω και ένα ποτηράκι. Τότε ακολουθούσε μια χαρμόσυνη παρέλαση των προικιών από το σπίτι της νύφης στο σπίτι του γαμπρού. Μπροστά- μπροστά πηγαίνανε τα όργανα που παίζανε γνωστούς σκοπούς και τραγούδια του γάμου. Στους δρόμους που περνάγανε όλοι βγαίνανε έξω να δούνε τα προικιά, να πετάξουνε ρύζι και να πούνε «καλορίζικα».

Μετά το μεσημέρι αρχίζανε να ετοιμάζουνε τη νύφη και το γαμπρό στο σπίτι του καθενού. Στο σπίτι της νύφης μαζευότανε το συμπεθεριό της. Νεαρές φίλες της την ντύνανε και την στολίζανε ενώ η κομμώτρια την χτένιζε και το συμπεθεριό τραγούδαγε συγκινητικά τραγούδια. Στο τέλος-τέλος η μάνα ράντιζε τη νύφη με «ζαχαρόνερο» για να της κάνει τη ζωή γλυκιά.

Την ίδια ώρα στο σπίτι του γαμπρού είχανε φέρει κουρέα να τον κουρέψει και να τον ξυρίσει ενώ παίζανε τα όργανα και το συμπεθεριό του τραγούδαγε. Μετά περνάγανε όλοι, πρώτα-πρώτα οι γονείς και τα αδέρφια και μετά το υπόλοιπο συμπεθεριό για να του δώσουνε τις ευκές τους. Βούταγε ό,τι λεφτό είχε ο καθένας σε ένα πιάτο γιομισμένο με νερό, σταύρωνε το γαμπρό κι άφηνε το λεφτό στο τραπέζι «τυχερά» του κουρέα.

Σε λίγο ξεκίναγε όλο το συμπεθεριό και πηγαίνανε τραγουδώντας για να πάρουνε τη νύφη. Μαζί έρχονταν και τα όργανα: το βιολί, ο βασιλιάς των οργάνων, το λαούτο, το κλαρίνο και το σαντούρι. Το γαμπρό τον περπατάγανε «αγκαζέ» από το ένα χέρι ο κουμπάρος κι από το άλλο κάποιος δικός του: πατέρας, μάνα ή αδερφός.

Στο σπίτι της νύφης προχωράγανε μέσα ο γαμπρός, ο κουμπάρος κι οι δικοί του. Οι υπόλοιποι περιμένανε απ’ όξω, στην αυλή. Στην πόρτα βάζανε στο κεφάλι του γαμπρού μια κουλούρα που ήτανε χαραγμένη σε τέσσερα κομμάτια: ένα να δώσει στην πεθερά που ήτανε μπροστά του και τρία να πετάξει δεξιά, αριστερά και πίσω του. Τυχεροί ήτανε όλοι που πιάνανε κουλούρα. Έπειτα από λίγο γινότανε η μεγάλη παρέλαση που πήγαινε προς την εκκλησιά. Μπροστά-μπροστά ήτανε τα όργανα που παίζανε τραγούδια του γάμου, μετά ερχότανε ο γαμπρός με το συμπεθεριό του. Ακολούθαγε η νύφη και το συμπεθεριό της. Κι αυτή τη φέρνανε «αγκαζέ» από το ένα χέρι ο πατέρας κι από το άλλο αδερφός ή άλλος δικός της. Μπροστά στην πόρτα της Ευαγγελίστριας ο πατέρας έδινε τη νύφη στο γαμπρό και τότε γινότανε το τρίτο φίλημα του νέου ζευγαριού. Ο γαμπρός τότε έπαιρνε τη νύφη αγκαζέ μέσα στην εκκλησιά για να στεφανωθούνε.

Κι έπειτα γινότανε πάλε παρέλαση που πήγαινε στου γαμπρού το σπίτι. Ξανά μπροστά-μπροστά ήτανε τα όργανα. Ακολουθάγανε τα νιογάμπρια με το τον κουμπάρο, μετά έρχονταν οι φαμελιές τους κι όλο το συμπεθεριό. Έξω από το σπίτι δίνανε στη νύφη ένα μικρό παιδάκι σερνικό να του φορέσει ένα σταυρουλάκι για να έχει καλή τύχη κι αυτή να κάνει σερνικά. Στην πόρτα η πεθερά περίμενε τα νιογάμπρια. Εκεί η νύφη σταύρωνε την πόρτα του σπιτιού τρις φορές με ένα κέρμα. Από εκεί πέταγε και την κουλούρα στον κόσμο. Μετά η πεθερά έδινε λουκούμι στην νύφη και στον γαμπρό για να είναι γλυκιά η ζωή τους, κι αμέσως έριχνε ένα άσπρο σεντόνι ή μεταξωτό ύφασμα γύρω στο σβέρκο του γαμπρού και της νύφης και τράβαγε και τους δυο μέσα μαζί. Τράβαγε και τους δυο μαζί για να είναι ολοένα αγαπημένοι και μονοιασμένοι στην ζωή. Κατόπιν αρχίναγε το φαγοπότι για όλους και γινότανε μεγάλο γλέντι που κράταγε πολλές φορές μέχρι τα ξημερώματα. Τη Δευτέρα το μεσημέρι μαζεύονταν κάμποσοι συγγενείς για να γυρίσουνε και να απλώσουνε τα προικιά. Παλιό έθιμο, που δεν ξέρουμε γιατί, ήτανε να βάζουνε ένα νεαρό να σαλτάρει την στοίβα των προικιών από τη μια μεριά στην άλλη.

Από δω και πέρα τα νιογάμπρια, με την ορμήνια και την ευκή ολόκληρης της Καρίτσας να ζήσουνε προκομμένοι και μονοιασμένοι, ήτανε νοικοκυραίοι να φκιάξουνε το σπιτικό τους όπως αυτοί το θέλανε.