Καριτσιώτικη Λαλιά

 

Ο τόπος μας, όπως όλοι οι τόποι της πατρίδας παρουσιάζει μια ιδιαίτερη λαλιά, μια αυθεντική λαλιά που εκφράζει το λαογραφικό πλούτο της περιοχής. Εδώ παρουσιάζουμε μερικές από τις κουβέντες που μιλιούνται ακόμη από τους Καριτσιώτες και τους κοντοχωριανούς. Όλες μας θυμίζουν τα παλιά χρόνια τα καλά.

 

 

 

Our region, like all regions of Hellas features a special form of expression, a unique speech that demonstrates the rich cultural traditions of the area.  Here we present word samples spoken to this day by Karitsiotes and people from neighbouring villages.  All remind us of the good old days.

 

Α

άκιωτο, ατελείωτο

 

akioto, unfinished

αλάργα, μακριά

 

alarga, far away

αλλουνού, άλλου

 

alounou, someone else’s

αλλουνώνε, άλλων

 

alunoune, other people’s

αμή, ασφαλώς

 

 

αντάρα, ομίχλη

 

andara, fog

απάγκιο, μέρος που δεν το χτυπάει ο αέρας

 

apagio, shelter from wind

απάνου, επάνω

 

apanou, on, up

απολάω, αφήνω τα σφαχτά να βοσκήσουν

 

apolao, to let the goats and sheep graze

αποσπερού, απόψε

 

apopserou, tonight

απόστασα, κουράστηκα

 

apostasa, Im tired

αποστασίλα, κούραση

 

 

αρουλιέται, ουρλιάζει

 

 

ασύφταγος, παλιάνθρωπος

 

asiftagos, scoundrel

ασφάκα, θάμνος σε πέτρινο έδαφος, όπως «Ράχη Ασφάκα»

 

asfaka, shrub in rocky terrain as in “Rachi Asfaka”

αυτού, εκεί

 

 

αυτούνος, αυτός

 

 

αφάνα, αγκαθωτός θάμνος, χειρίζεται για προσάναμμα

 

afana, prickly shrub used as a firelighter

αχέ, ίσως

 

ahe, maybe

αχνιά, σιγανή φωνή

 

ahnia, word

 

B

 

βετούλι, κατσίκι ενός χρόνου

 

vetouli, goat yearling

βόιδι, χαζός

 

voidi, fool

βολά, φορά

 

vola, occasion

βαρικό, υγρό χωράφι

 

variko, moist field

 

Γ

 

γιάτρα, κοίτα

 

 

γκόρτσια, άγρια αχλάδια

 

 

γκουστέρα, σαύρα

 

 

γκρας, τουφέκι

 

 

γκρεμίλα, απότομος τόπος

 

 

γούρνα, στέρνα

 

 

γωνιά, χώρος σπιτιού κοντά στο τζάκι

 

 

 

Δ

 

δαιμόνιο, κακό

 

 

δασκαλούδι, μαθητής δημοτικού σχολείου

 

 

δεκριάνι, ξύλινη πιρούνα για να μαζεύουν τον σανό

 

 

δημοσιά, δημόσιος δρόμος

 

 

διάτανος, διάβολος

 

 

αδειάζω, έχω καιρό

 

 

διμούτσουνος, διπρόσοπος

 

 

δυχατέρα, θυγατέρα

 

 

έκιωσα, τελείωσα
έντος!
, νάτος!

 

 

εξαποδώ, σατανάς

 

 

 

Ζ

 

ζα, ζώα της δουλειάς ή της στάνης

 

 

ζηώ, ζω

 

 

ζιούμπερο

 

 

ζιουπάω, πιέζω

 

 

καζάντησε, έγινε πλούσιος

 

 

κακοντέλης, φουκαράς

 

 

καλιάζει, ταιριάζει

 

 

καλτιρίμι, δρόμος στρωμένος με πέτρες όπως ο δρόμος για Σμερτιά

 

 

καμάτι, .όργωμα

 

 

καπερώνα, μάλλινο παλτό τσοπάνου με σκουφί

 

 

καπινός, καπνός

 

 

καραμπουζουκλής, ατείος λεβέντης

 

 

καρλαύτης

 

 

κατινού, κάποιου

 

 

κάτου, κάτω

 

 

κατσιούλα, κουκούλα της καπερώνας

 

 

κερατούκλης, πονηρός

 

 

κιαπέ; και λοιπόν;

 

 

κιώνω, τελειώνω

 

 

κονάκι, σπίτι

 

 

κόρμπα, μαύρη γίδα

 

 

κορύτα, λεκάνη για πλύσιμο ή για να ποτίζονται τα ζώα

 

 

κοτάω, τολμάω

 

 

κουρεμπάτσια, κούρεμα στα μαλλιά σύρριζα

 

 

κυρά, γιαγιά

 

 

 

Λ

 

λαήνα , κιούπι

 

 

λακάω, τρέχω

 

 

λεβέτι, καζάνι

 

 

λεημόνι, λεμόνι

 

 

λιτριβειό, λιοτριβείο

 

 

λιχνάω, ξεχωρίζω το στάρι από το άχυρο

 

 

λογκάρι, λόγκος

 

 

λόντζα, σκεπασμένο μαντρί

 

 

 

Μ

 

 

 

 


 

μάνι-μάνι, αμέσως

μαρκάλισμα, όταν τα γίδια ζευγαρώνονται

μασουλάω, μασάω

μέλα, παράσιτο που φυτρώνει πάνω σε δέντρα

μέλεγος, είδους άγριου δέντρου

μερτικό, μερίδιο

μουνουχάω, ευνουχίζω
μουρχούτα
, πήλινο βαθύ πιάτο
μουσκάρι, μοσχάρι
μπίτι, τίποτα
μπινιάρικα, δίδυμα
μποτσίκι, αγριοκρέμυδα
μπατάκα, πατάτα
μπάκαι, μήπως

μπρούκλης, ξενιτεμένος που επιστρέφει με μεγάλη περιουσία

Ν

νητερέσια, ανεπίλυτες διαφορές

νογάω, καταλαβαίνω

ντερέκι, πολύ ψηλός
ντίπι, εντελώς

Ξ

ξιδοτριψιάνα, μπουκιές ψωμί με ξίδι, λάδι, νερό και αλάτι

ξεκουμπίσου, φύγε αμέσως

Ο

ολοντρόϋρα , γύρω-γύρω

όρνιο, κορόιδο
ούλο, όλο
ουλουνώνε, όλων

Π

πάπαλο, ανόητος

πατάκα, πατάτα

παταγούδι, πολύ κρύο
πιλάλα
, τρεχάλα

πολυώρα, πολύ νωρίτερα
πουμώνω, σκεπάζω

πριάλλη, μεθαύριο

Ρ

ρετάλι, τιποτένιος
ρούγα, συντροφιά στον κήπο η στη γειτονιά για κουβέντα
ρουμάνι, δάσος όπως το «Τουνταίικο Ρουμάνι»

Σ

σεργούνι, ντροπή
σιάζω, φτιάνω κάτι καλά
σιακάτω, ίσια κάτω
σιαπάνω, ίσια πάνω
σιαπέρα, ίσια πέρα
σιόμπολα, μικρές πέτρες
σκάρισαν, βγήκαν τα γιδοπρόβατα στη βοσκή
σκιάχτηκα, τρόμαξα
σταλίζω, ξεκουράζομαι στον ίσκιο

Τ

ταχιά, αύριο

τζάρκο, μαντρί
τζερεμές
, ανάποδος
τοίρα
, κοίτα
τράιστο, υφαντό σακούλι
τριφτάδια, τρίμματα ζυμαριού βρασμένα
τροκάνια, κουδούνια γιδοπροβάτων
τσάκα τσάκα, γρήγορα γρήγορα
τσαφάρι, φλογέρα
τσιάγκα τσιάγκα, σιγά σιγά
τσιανάκα, πήλινες ή ξύλινες σουπιέρες
τσικουνίδα, τσικνίδα
τίλωσα, χόρτασα φαγητό
τσιανάκι, πιάτο
τσιπούνι, μάλλινο γυναικείο παλτό

Φ

φαρμακώνω, τρώγω το φαγητό
φτούνο
, αυτό
αγριοφύλακας, αγροφύλακας

Χ

χούνη, χαμηλό χωράφι σε κοιλάδα